Lezione 1 – 20 gennaio 2026

Nella prima lezione introduttiva si terranno le presentazioni, ci si iscriverà al corso tramite l’apposito modulo e si introdurranno gli studenti al PCTO “Il greco per tutti” e ai suoi strumenti, vale a dire il lessico di base e le flash cards. Si terrà, sempre in apertura, un test di linguistica per valutare le competenze di base dei partecipanti.

Nuovi contenuti

La formazione delle parole

In base al suffisso con cui si formano le parole possono essere definite come:

  • primitive o primarie: quando il suffisso si unisce a una radice oppure a un tema verbale (spesso con l’aggiunta di una vocale, in genere ε): γράφω, γραφή, γράμμα.
  • denominative o secondarie: quando sono formate da un tema nominale (di sostantivo o di aggettivo) oppure da un avverbio: γραμματεύς, δουλόω, παλαιός.

I prefissi

  • (ἀν prima di vocale): è l’alpha privativo, che indica l’assenza o la privazione
  • δυσ () / dis- (ingl. dys-):
  • εὖ– / eu-:
  • πολυ– / poli- (ingl. poly-):-

Le preposizioni nelle lingue moderne hanno spesso finito per divenire prefissi autonomi. Ad esempio:

  • ὑπό = ipo- (ingl. hypo-): denota bassa quantità o scarsità
  • ὑπέρ = iper- (ingl. hyper-): denota grande quantità o eccesso
  • σύν = sin-/sim- (ingl. syn-/sym-): denota compresenza o unione
  • μετά = meta- (ingl. meta-): ?

I suffissi

Agente

  • -της, -του (m.): στρατιώτης, ποιητής, δεσπότης, ἰδιώτης, κριτής, οἰκέτης, πρεσβευτής, ὁπλίτης
  • -τήρ, -τῆρος (m.): δοτήρ, σωτήρ
  • -τωρ, -τωρος (m.): ῥήτωρ (cf. lat. –tor, –toris e ital. -tore)
  • -τρός, -τροῦ (m.): ἰατρός
  • -εύς, -έως (m.): ἱππεύς, γραφεύς, τοκεύς, ἱερεύς; βασιλεύς (etimologia non chiara)
  • -τις, -τιδος (f.): ἱκέτις (m. ἱκέτης)
  • -ια, -ιας (f.): ἱέρεια (cf. m. ἱερεύς)

Azioni e sostantivi astratti

  • τις, τεως (f.): πίστις, φάτις; μάντις (in questo caso il suffisso è in un certo senso di agente)
  • -σις, -σεως (f.): φύσις, πράξις, τάξις, κρίσις, λέξις, στάσις, πρόφασις, ποίησις, θέσις
  • -σία, -σίας (f.): δοκιμασία
  • -μός, -μοῦ (m.): διωγμός; ὀφθαλμός, θυμός
  • -μη, -μης (f.): γνώμη, ἐπιστήμη, κώμη, μνήμη, ῥώμη, φήμη, τιμή
  • -ος, -ους (n.): εἶδος, γένος, πάθος, μέγεθος, μέρος, πλῆθος, ἔτος, τέλος, ἔθνος, ὄρος, ἔπος, κάλλος, ἔθος, δέος, ῥῖγος, κλέος
  • -ία, -ίας (f.): οὐσία (dal tema ὀντ- del verbo εἰμί), ἐξουσία, ἀλήθεια, οἰκία, πολιτεία, σωτηρία, ναυμαχία, φιλία, γαῖα, μανία, ἐπιλέμεια, συμμαχία, ἡγεμονία, σοφία, βία, ἡσυχία, θυσία, καρδία, τιμωρία, ἐκκλησία, μαρτυρία, ἱστορία, ἐλευθερία, προθυμία, ἀπορία, ἡλικία
  • -ια, -ιας (f.): διάνοια, πρόνοια, βασιλεία, ἀσφάλεια
  • σύνη, σύνης (f.): δικαιοσύνη, σωφροσύνη (cf. ital. -sina in elemosina, dal gr. ἐλεημοσύνη) (il suffisso si unisce a temi aggettivali)
  • -της, -τητος (f.): φιλότης, ἰσότης (cf. lat. –tas, –tatis)
  • -μα, -ματος (n.): αἷμα
  • -ις, -ιδος (f.): τυραννίς (da τύραννος)

Risultato di azione

  • -ος, -ους (n.): γένος, τέκος, κράτος, τεῖχος, μῆκος, βέλος, ἄλγος, τάχος, δέος
  • -μα, -ματος (n.): πρᾶγμα, πνεῦμα, σχῆμα, χρῆμα, στόμα, γράμμα, ἅρμα, ψέφισμα, τραῦμα, ἄγαλμα, ἀδίκημα, ἀνάθημα, ποίημα
  • -της, -τητος (f.): φιλότης, ἰσότης (cf. lat. –tas, –tatis)

Strumento

  • -τρον, -ου (n.): ἄροτρον
  • -θρον, -ου (n.): κλεῖθρον
  • -τήριον, -ου (n.): ποτήριον, δικαστήριον

Suffissi aggettivali

  • -ος, -η/-α, -ον: καλός, κακός, ὅμοιος, κύριος, αἴτιος, ἴδιος, δίκαιος, ἄξιος, πολέμιος, μόνος, βάρβαρος, ποῖος, ἐλεύθερος, ὄγδοος, κενός, κοινός, δεινός, λοιπός, πιστός, πλέος, φίλιος, βασιλικός, λευκός, γυμνός, δειλός, δῖος, πηρός
  • -ος, -ον: ἄδικος, ἀθάνατος, παράδοξος
  • -ιος, -ια, -ον: ἄγιος, τίμιος, θεῖος, μυρίος, ῥάδιος, ἀναγκαῖος, βασίλειος, παραπλήσιος, βέβαιος, ἄθλιος, πάτριος, πλούσιος, ἐπιτήδειος, τελευταῖος, ἀνδρεῖος
  • εις, έσσα, εν: τιμήεις, χαρίεις (indica pienezza o abbondanza)
  • εος, εον: χρύσεος, χαλκέος (indica materia)
  • ής, ές: ἀληθής, ἀκριβής, σαφής, ὑγιής, ψευδής, ἀσφαλής
  • -κός/-ακός/-ικός, , -όν: φυσικός, μαντικός
  • -τικός, , -όν: ναυτικός, πρακτικός
  • -τος, -ον [composti a due uscite derivati da aggettivi in -τός, -ή, -όν]: ἀδύνατος, σύγκλητος
  • -τος, , -ον: τέταρτος, δέκατος, ἕκτος, ἔνατος, ὕπατος
  • -τός, , -όν: χρηστός, ποτός
  • -λός, , -όν: δειλός, ὑψηλός
  • -μός, , -όν: θερμός, ἔβδομος, χρήσιμος
  • -μος, , -ον: μάχιμος, χρήσιμος, νόμιμος (indica abilità)
  • μων, ον: τλήμων, εὐδαίμων
  • τερος, α, ον (si tratta di un suffisso che in origine sottolinea la differenza e che viene generalizzato per la prima forma di comparativo): πρότερος, ἕτερος, δεύτερος, ὕστερος, ἀμφότερος, ἑκάτερος, πότερος, ἡμέτερος, σφέτερος; (comparativo in senso stretto)
  • ιστος, η, ον (suffisso del superlativo di secondo tipo): ἄριστος, κράτιστος, ἥκιστος, βέλτιστος
  • -νός, , -όν: δεινός, πιθανός
  • -ρος, , -ον: μικρός, μακρός, ἱερός, ἐχθρός, φοβερός, φανερός, ἰσχυρός, πονηρός, αἰσχρός, λαμπρός, καθαρός
  • -τήριος, , -ον: σωτήριος
  • -ύς, -εῖα, : εὐθύς, ταχύς, ἡδύς, βραχύς, ὀξύς, βαρύς, γλυκύς
  • ώδης, ες: αἱματώδης (indica pienezza o somiglianza)